Σεπτόν Πατριαρχικόν Απαντητικόν Γράμμα προς τον Μακ. Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλον δια το θέμα των εν Βορείω Ελλάδι και Αιγαίω Επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου(01/12/2003).



Αριθμ. Πρωτ. 1073

 

            Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κύριε Χριστόδουλε, Πρόεδρε της Ιεράς  Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Υμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.

 

            Ελάβομεν και μετά της δεούσης προσοχής εμελετήσαμεν το από ι΄ Νοεμβρίου ε.έ. γράμμα της Υμετέρας Μακαριότητος, όπερ προφρόνως διεβιβάσετε τη Μητρί Εκκλησία δι ειδικώς απεσταλμένων αδελφών Αρχιερέων, εκπροσώπων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος.

            Εκ της επισταμένης μελέτης αυτού, περιέχοντος τας αποφάσεις της πλειονοψηφίας της  Ιεραρχίας, ανάμικτα προεκλήθησαν αισθήματα ημίν τε και τοις αγίοις συνοδικοίς αδελφοίς, δια πολλούς λόγους.

            Εν πρώτοις ελύπησεν ημάς το γεγονός, ότι τοιούτον θέμα, ως το της ερμηνείας μιας Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, δυναμένης να προέλθη αυθεντικώς μόνον υπό του εκδόντος αυτήν, ετέθη εις ψηφοφορίαν, ως εάν «εν πλήθει κρίνεται η αλήθεια», κατά την σφοδρώς ελεγχομένην υπό τε του Μεγάλου Βασιλείου και υπό συμπάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας θέσιν. Η ψήφος των πλειόνων υπερισχύει κατά τους ιερούς κανόνας μόνον επί θεμάτων, τα οποία κείνται εις την εξουσίαν των αποφασιζόντων δια πλειονοψηφίας. Εάν τα ζητήματα εξέρχωνται της εξουσίας των δια πλειονοψηφίας αποφασιζόντων περί αυτών, ως εις την προκειμένην περίπτωσιν, εις ουδέν ισχύει η ψήφος των πλειόνων. Διό και ορθώς υπεστηρίχθη τούτο υπό μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, μη θελησάντων να συμπράξουν εις την λήψιν αποφάσεως δια ψηφοφορίας επί θέματος εξερχομένου της δικαιοδοσίας αυτών. Ως εκ τούτου, η ληφθείσα απόφασις δεν έχει την δύναμιν να μεταβάλη τα οριζόμενα υπό της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928.

            Ικανοποίησιν ενεποίησεν ημίν το γεγονός ότι δια του γράμματος Υμών, εκφράζοντος και την θέλησιν συμπάσης της  Ιεραρχίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, εκδηλούται ο βαθύτατος και αδιάπτωτος σεβασμός αυτής προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και δηλούται η επιθυμία αυτής όπως συνεχισθή η ισχύς της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928. Η έκφρασις της τοιαύτης επιθυμίας διαλύει και τον πόνον, όστις προεκλήθη εκ της δημοσιευθείσης πληροφορίας ότι ημφεσβητήθη υπό τινων κατά την συνεδρίασιν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος η κανονικότης της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928.

            Την ικανοποίησιν όμως ταύτην επισκιάζει το γεγονός ότι τίθενται αμφότεραι αι δηλώσεις αύται υπό προϋποθέσεις, αι οποίαι κατ αποτέλεσμα ανατρέπουν κατά το πλείστον την σημασίαν των θετικών δηλώσεων της προειρημένης  Ιεράς Συνόδου.

            Ειδικώτερον, πάσαι αι ισχύουσαι εκκλησιαστικαί ρυθμίσεις τίθενται εις υποδεεστέραν θέσιν έναντι των κατά Πολιτείαν νομικών ρυθμίσεων, παρ όλον ότι πολλάκις και εντόνως η Ορθόδοξος Εκκλησία υπεστήριξε και υποστηρίζει την δι αυτήν προτεραιότητα έναντι των νομικών ρυθμίσεων της εφαρμογής των θείων και ιερών κανόνων και των εκκλησιαστικών ρυθμίσεων, ως, άλλωστε, και η Υμετέρα Μακαριότης μετά πειστικού λόγου υπεστήριξεν εν μελετήματι αυτής υπό τον τίτλον «Αμφισβήτησις της συνταγματικότητος των νομοθετικών επεμβάσεων της Πολιτείας επί της Εκκλησίας».  Και ναι μεν αναφέρεται εν τη αποφάσει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεούται ίνα τηρή «παραλλήλως» προς τους ιερούς κανόνας και τους νόμους του Κράτους,   αλλ η παράλληλος αύτη εφαρμογή οδηγεί τόσον λογικώς όσον και κατά τα υφ Υμών γενόμενα δεκτά εις την υπεροχήν του νόμου έναντι των ιερών κανόνων και των κανονικών ρυθμίσεων, εφ όσον εν περιπτώσει διαφόρου ρυθμίσεως θεωρείται παρά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος εφαρμοστέα η νομική και όχι η κανονική ρύθμισις. Αξιοσημείωτον δε είναι το γεγονός ότι η αυτή Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εις άλλην περίπτωσιν, κατά την συνεδρίαν αυτής της δ΄ Ιουνίου 1987, είχε λάβει «αδιάσειστον και αμετακίνητον απόφασιν» όπως μη εφαρμόση νόμον της Πολιτείας, προς τον οποίον διεφώνει. Σημειωτέον ότι δεν είναι η περίπτωσις αύτη η μόνη, κατά την οποίαν η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος επεκαλέσθη την και κατά το Ελληνικόν Σύνταγμα προτεραιότητα των Ιερών Κανόνων και των ισοδυνάμων εκκλησιαστικών ρυθμίσεων έναντι των επιβαλλομένων δια πολιτειακών νόμων τοιούτων. Εν τη εναντία περιπτώσει της αναφερομένης εις το Υμέτερον γράμμα «παραλλήλου» τηρήσεως αμφοτέρων, οδηγούμεθα αφεύκτως εις υπεροχήν του νόμου έναντι του Ιερού Κανόνος, ήτοι εις λύσιν προς την οποίαν ανέκαθεν σύμπασα η Ορθόδοξος Εκκλησία διεφώνει και διαφωνεί, διότι δι αυτήν πρωταρχικήν ισχύν και κύρος έχει η εκκλησιολογική και κανονική πλευρά, ως και η Υμετέρα Μακαριότης σθεναρώς δια του προδιαληφθέντος μελετήματος Αυτής υπεστήριξεν, γράφουσα  ότι:

            «...γεγονός είναι ότι αι νομοθετικαί επεμβάσεις της επί της Εκκλησίας ευρίσκονται έξω του πνεύματος του Συντάγματος και στηρίζονται επί της νομολογίας, η οποία, και αυτή ακολουθεί παγίως την άπαξ χαραχθείσαν πορείαν. Καιρός όμως να αλλάξουν τα πράγματα. Αρκετήν ζημίαν επροκάλεσαν εις την Εκκλησίαν, αλλά και εις το έθνος αι επεμβάσεις αυταί. Δεν έχει θέσιν η νομοθετική εξουσία να ρυθμίζη τα εσωτερικά της Εκκλησίας»  (Αφιέρωμα εις Καθηγητήν Κ.Βαβούσκον, σελ. 472).

            Ανεξαρτήτως όμως αυτού, πλείστοι διακεκριμένοι ειδήμονες νομικοί γνωμοδοτούν ότι η εν Ελλάδι ισχύουσα συνταγματική και λοιπή νομοθεσία, ορθώς ερμηνευομένη και κατανοουμένη, ουδόλως εμποδίζει την πλήρη εφαρμογήν της όλης Πράξεως του 1928, η οποία κατά πάσαν περίπτωσιν διέπει τας σχέσεις των δύο Εκκλησιών ημών ως προς τας επιτροπικώς διοικουμένας υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος Επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν Ελλάδι.

            Ειδικώτερον, ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του σωτηρίου έτους 1850, δια του οποίου εχορηγήθη η αυτοκεφαλία εις την Αγιωτάτην  Εκκλησίαν της Ελλάδος, ορίζει ότι αύτη θα διοικήται «κατά τους θείους και ιερούς κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως». Ατυχώς κατά την υπέρ τα 150 έτη ιστορίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος περίοδον δεν έλειψαν αι κοσμικαί επεμβάσεις εις την διοίκησιν αυτής, λύπην δε προξενεί εις τον μελετώντα την ιστορίαν το γεγονός ότι πολλαί των επεμβάσεων αυτών επεζητήθησαν υπό εκκλησιαστικών παραγόντων. Αλλά και δι εκείνας αι οποίαι επεβλήθησαν υπό κοσμικών εξουσιών απορίαν προξενεί η πολλάκις παθητική υπό της Ελλαδικής Εκκλησίας και αδιαμαρτύρητος αποδοχή αυτών. Ως εκ τούτου εύλογος υπήρξεν η ενθουσιώδης αναγγελία υπό του αειμνήστου  προκατόχου Υμών κυρού Σεραφείμ εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον της συμπεριλήψεως εις το Σύνταγμα του Ελληνικού Κράτους των δύο Πατριαρχικών και Συνοδικών κειμένων, ήτοι του Τόμου του 1850 και της Πράξεως του 1928, δια του από κε΄ Ιουνίου 1975 και υπ αριθμόν Πρωτοκόλλου 593 γράμματος αυτού, δια του οποίου  διεκήρυσσεν ότι «ούτως, η Συνταγματική κατοχύρωσις των δύο Ιερών Κειμένων, τερματίζει το αρξάμενον από το έτος 1833 επιβλαβές καθεστώς του έξωθεν παρεμβατισμού εις τα της Εκκλησίας, ως κακώς εγένετο και λάθρα συνετηρήθη μέχρις ημών, παρά τον Τόμον του 1850, προς άμετρον ζημίαν της ποιμαντορικής ευθύνης αυτής και δέσμευσιν των αναγκαίων και σωστικών αυτής πρωτοβουλιών, δια την σωτηρίαν του λαού του Θεού».

            Σημειωτέον, ότι εις την συνέχειαν του γράμματός του ο αείμνηστος προκάτοχος της Υμετέρας Μακαριότητος έκρινεν αναγκαίαν την εν παντί τήρησιν των προδιαληφθέντων Τόμου και Πράξεως, γράφων επί λέξει τα εξής: «Ημίν δέ, τοις εκκλησιαστικοίς, πρόκειται καθήκον θείον και ιερόν, όπως διατάμωμεν καινήν οδόν συνδέσμου εν ειρήνη Μητρός και Θυγατρός Εκκλησίας, επί τη τηρήσει επακριβώς πάντων των υπό των θείων και ιερών κανόνων και Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων οριζομένων εν συνεργασία αγαστή και αμοιβαία περιχωρήσει αγάπης και ταπεινώσεως εν Χριστώ».

            Η εκφραζομένη δια του ανωτέρω γράμματος πρόθεσις τηρήσεως «επακριβώς» αμφοτέρων των Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμου και Πράξεως, και δη «πάντων» των υπ αυτών οριζομένων, μαρτυρεί την εν ώραις ανεπηρεάστου κρίσεως εκκλησιαστικήν  πεποίθησιν περί της γενικής ισχύος αυτών.

            Δεν απέχει δε πολύ ο χρόνος, κατά τον οποίον και υπό της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος εχαρακτηρίσθησαν τα κείμενα ταύτα «ιερώτατα και τιμιώτατα καταστατικά», τούθ όπερ σημαίνει έχοντα προτεραιότητα εφαρμογής δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν έναντι των θύραθεν εντολών, έστω και δια νόμων εκφραζομένων.

            Όσον δε αφορά εις τας αναφερομένας εν τω γράμματι Υμών «τροποποιήσεις» της ειρημένης Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, ημείς ουδεμίαν τοιαύτην τροποποίησιν γνωρίζομεν, δεδομένου ότι πάσα Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις τροποποιείται μόνον δι ομοίας ισοκύρου Πράξεως, μη εκδοθείσης εν προκειμένω, και ουχί δι αλληλογραφίας, η οποία  δεν έχει την ισχύν Πράξεως. Η Πράξις του 1928 δεν ετροποποιήθη, ως ελέχθη, και ισχύει πλήρως, το δε δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς προσθήκην ή διαγραφήν υποψηφίων απορρέει εκ της εννοίας της εγκρίσεως,  της οποίας κατ ουδέν εμποδίζεται η άσκησις, ως δεν εμποδίζεται η άσκησις πλείστων άλλων κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μη προβλεπομένων υπό των Πολιτειακών νόμων Κράτους τινός, αλλ ασκουμένων υπ αυτού διεκκλησιαστικώς δυνάμει των ιερών κανόνων και των ισοδυνάμων κανονιστικών ρυθμίσεων.

            Εξ ετέρου, απορίαν και θλίψιν προκαλεί και το γεγονός, ότι η οφειλετική απόφασις της Ιεραρχίας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος όπως ανακαλέση την εσφαλμένην εγκύκλιον περί του τρόπου μνημονεύσεως του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου εν ταις ιεραίς ακολουθίαις και επαναφέρη τον τρόπον της κατά παράδοσιν κανονικής μνημονεύσεως του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου (καί Πατριάρχου) των εν Ελλάδι Επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου εμφανίζεται ως παραχώρησις εις αίτημα της ημετέρας Μετριότητος και ως χειρονομία καλής θελήσεως, ενώ τη αληθεία πρόκειται περί αποκαταστάσεως του ορθού και κανονικού τρόπου μνημονεύσεως, όν ώριζε και η από α Νοεμβρίου 1928 Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τον τρόπον τούτον μνημονεύσεως ούτε πρόθεσιν ούτε δικαίωμα είχεν όπως τροποποιήση ο κρατικός νομοθέτης, διότι ο τρόπος ούτος αποτελεί σαφώς μέρος της Θείας Λατρείας, το τυπικόν και την φρασεολογίαν της οποίας ουδείς νομοθέτης δύναται να αλλάξη.

            Βαθύν πόνον και μεγάλην θλίψιν προεκάλεσεν επίσης ημίν τε και πάσι τοις ενταύθα η συμπερίληψις εις το συναποσταλέν ημίν Δελτίον Τύπου της ς΄ Νοεμβρίου τρέχοντος έτους της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος της ανυποστάτου πληροφορίας ότι ημείς προσωπικώς από του έτους 1992 επιδιώκομεν δήθεν να ασκήσωμεν διοικητικάς αρμοδιότητας εις τας εν Ελλάδι εκκλησιαστικάς επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των οποίων η επιτροπική διοίκησις έχει ανατεθή δια της Πράξεως του 1928 εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος. Ως αποδεικνύεται εκ πασών των επί μίαν και πλέον δεκαετίαν ενεργειών και δηλώσεων ημών, επιδιώκομεν μόνον την πιστήν τήρησιν των επισήμων Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων, όταν μάλιστα βλέπωμεν ότι το κύρος και η ισχύς αυτών αμφισβητείται, ως επ εσχάτων. Εν πάση δε περιπτώσει, η περί του αντιθέτου άποψις αποτελεί μεμονωμένως υποστηριχθείσαν τοιαύτην κατά την συνεδρίαν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δε αναφορά αυτής εν τω Δελτίω Τύπου αποτελεί σημαντικόν σφάλμα, θίγον δι ανακριβών στοιχείων την αλήθειαν και το πρόσωπον ημών.     

            Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εκφράζει την χαράν αυτού, διότι ανεγνωρίσθη η ισχύς και το αμετάβλητον του εκκλησιαστικού καθεστώτος των εν Ελλάδι Ιερών Μητροπόλεων αυτού. Ευελπιστεί ότι θα γίνη υπό πάντων κατανοητόν ότι η πλήρης τήρησις των κανονικώς τεθεσπισμένων είναι πάντοτε ωφέλιμος και συντελεί εις την ευταξίαν των εκκλησιαστικών πραγμάτων.

            Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, επομένως, αναμένει την επαναποστολήν του καταλόγου εκλεξίμων προς έγκρισιν και άσκησιν των δικαιωμάτων αυτού περί εγγραφής και διαγραφής υποψηφίων. Τούτο έχει το ανώτατον κανονικόν δικαίωμα επί των εν Ελλάδι επαρχιών αυτού, ως εκ τούτου δε αποτελεί απόλυτον κανονικόν δικαίωμα αυτού η άνευ περαιτέρω διαδικασίας εγγραφή  εις τον κατάλογον και η τυχόν διαγραφή εξ αυτού υποψηφίων.  Όπως η Μήτηρ Εκκλησία δεν επεμβαίνει εις κανονικάς αρμοδιότητας άλλων, ούτε εισπηδά εις αλλοτρίας δικαιοδοσίας, συμφώνως προς τους ιερούς κανόνας, το αυτό απαιτεί να πράττουν και οι άλλοι ως προς τας ιδίας αυτής επαρχίας. Εις ουδένα εξεχώρησε τα κανονικά δικαιώματα επί των εν Ελλάδι Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου, οι επιβουλευόμενοι δε αυτά υπόκεινται εις τας προβλεπομένας υπό των ιερών κανόνων κυρώσεις. Ας ληφθούν ταύτα υπ όψιν υπ εκείνων οι οποίοι αβασανίστως κρίνουν ότι το καθεστώς της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 δεν στηρίζεται εις τους ιερούς κανόνας.

            Αντιθέτως, η πιστή τήρησις των παραδεδομένων και ισχυόντων, συμπεριλαμβανομένων και των Όρων Ε΄ , Ζ΄ , Η΄ και Ι΄  της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, των οποίων την τήρησιν αξιοί το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, και  οι οποίοι δεν εφηρμόσθησαν πάντοτε, ως θα έδει, ανυψώνει το κύρος της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος παρά τω πιστώ λαώ, αλλά και δίδει εις αυτήν το δικαίωμα να απαιτή και τον παρά του Κράτους σεβασμόν των ιεροκανονικών διατάξεων. Ούτω θα καταπαύση  και ο σάλος, όστις κλυδωνίζει την Εκκλησίαν του Χριστού και σκανδαλίζει το πλήρωμα αυτής, κατά την περί τούτου εκπεφρασμένην εν τω γράμματι Υμών επιθυμίαν και της Υμετέρας Μακαριότητος.

            Η υποτίμησις, άλλωστε,  του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου όταν επιχειρήται από της πλευράς της  Εκκλησίας της Ελλάδος είναι πράξις αδικαιολόγητος και  ακατανόητος, αποδοκιμάζεται δε υπό του ευσεβούς Ελληνικού Λαού.

            Τα ως άνω γνωρίζοντες Υμίν από της Μητρός Εκκλησίας, τελούμεν εν τη φιλαδέλφω προσδοκία ότι η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος θα πεισθή κατόπιν βαθυτέρας μελέτης του θέματος ότι συμφέρει αυτή τε και τη Εκκλησία πάση να τίθενται οι ιεροί κανόνες και αι κανονικαί ρυθμίσεις ως πρώτιστοι ρυθμισταί των σχέσεων των Εκκλησιών, ως η μακραίων παράδοσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας απαιτεί, να τηρώνται δε οι αφορώντες εις την Εκκλησίαν νόμοι, εφ όσον δεν αντίκεινται εις τους ιερούς κανόνας, την πίστιν και την παράδοσιν της Εκκλησίας, ιδία όταν αφορούν εις θέματα δια τα οποία ο νομοθέτης κανονικώς ουδεμίαν ή ελαχίστην δέον να έχη ανάμιξιν. Πολλώ μάλλον όταν δια της αρνήσεως τηρήσεως ωρισμένων ιεροκανονικών και ισοδυνάμων Συνοδικών διατάξεων διακυβεύεται το υπέρτερον του νομικού ιεροκανονικόν κύρος της Αρχιερατικής εκλογής, της οποίας η δια λόγους κανονικούς μη αναγνώρισις θα έχη σπουδαιοτέρας των νομικών πνευματικάς συνεπείας.

            Αναμένομεν, κατά ταύτα, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θα δηλώση ότι σέβεται, αποδέχεται και εφαρμόζει την Πατριαρχικήν και Συνοδικήν Πράξιν του 1928 εν τω συνόλω αυτής, αντί να οδηγή τα πράγματα εις την αυτοαναιρουμένην πρότασιν επί των δύο σημείων, εις τα οποία ό,τι ομολογείται εις την πρώτην φράσιν  αναιρείται δια της δευτέρας, τουτέστιν τελικώς να ευρισκώμεθα εις το σημείον μηδέν. Πλέον συγκεκριμένως, η Εκκλησία της Ελλάδος εμφανίζεται συναινετικώς να αναγνωρίζη τα δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αμέσως όμως τα αμφισβητεί επικαλουμένη τους νόμους του Κράτους. Ούτω: α)ενώ «δηλοί και αύθις ότι σέβεται, αναγνωρίζει και τηρεί το διαμορφωθέν δια της Πράξεως του 1928 καθεστώς», όπερ θετικόν, αναιρεί τούτο ευθύς αμέσως δια της φράσεως «ως τούτο ισχύει μέχρι σήμερον, με πλήρη σεβασμόν ωσαύτως των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτου»· β)ενώ δηλοί ότι «ο Κατάλογος των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων θα αποστέλληται προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον προς άσκησιν υπ αυτού των δικαιωμάτων αυτού», όπερ ωσαύτως θετικόν, αίρει τούτο δια της ακολουθούσης φράσεως «περί υποδείξεως υποψηφίων, μόνον δια τας Ιεράς Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 17-22 του προμνησθέντος Καταστατικού Χάρτου», διότι κρίνεται ότι τα εν λόγω άρθρα επιβάλλουν την επανέγκρισιν της εγκρίσεως του Πατριαρχείου υπό της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

            Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον αξιοί άπαξ έτι την πιστήν τήρησιν της Πατριαρχικής και Συνοδικής αυτού Πράξεως του 1928 εν τω συνόλω αυτής, δηλοί δε ότι εν απευκταία και αδιανοήτω περιπτώσει τελέσεως κανονικών ψήφων προς πλήρωσιν, κατά παράβασιν των όρων της Πράξεως του 1928, των χηρευουσών Ιερών Μητροπόλεων της κανονικής δικαιοδοσίας αυτού δεν θα αναγνωρίση το αποτέλεσμα των ούτω γενομένων, άτινα ασφαλώς θα έχουν σοβαράς συνεπείας.

            Αλλά δι ελπίδος έχομεν ότι εν τέλει το πνεύμα της συνέσεως θα πρυτανεύση, και ο αδιάρρηκτος λειτουργικός ημών δεσμός θα υπερισχύση, δια να φανώμεν άξιοι του θείου θελήματος και των προσδοκιών  του Γένους ημών και ολοκλήρου της ανθρωπότητος, η οποία συνειδητώς ή μή, ιδιαιτέρως σήμερον, προσβλέπει προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως την Εκκλησίαν της σαρκωθείσης Αγάπης και της θείας καταλλαγής.

Επί δε τούτοις, περιπτυσσόμενοι την Υμετέραν Μακαριότητα φιλήματι αγίω, διατελούμεν μετά βαθείας αδελφικής αγάπης και τιμής εξαιρέτου.

Βγ΄ Δεκεμβρίου α΄

Της Υμετέρας σεβασμίας Μακαριότητος

αγαπητός εν Χριστώ αδελφός

+ Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος