Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω

Τo μεγαλείο και την ομορφιά του Άθω ύμνησαν οι αρχαίοι, oι μεσαιωνικοί και οι νεώτεροι συγγραφείς. Κοσμικοί και Ιερωμένοι ομιλλώνται σε λυρικές περιγραφές της άγριας φυσικής ομορφιάς της ανατολικότερης χερσονήσου της Χαλκιδικής, που έμεινε αναλλοίωτη μέσα στους αιώνες, εξαιτίας της απόλυτης μόνωσης που της εξασφάλισε η δομή της μοναχικής πολιτείας και η ιδιαίτερη προστατευτική νομοθεσία της απόλυτης ανεξαρτησίας της. O Νικηφόρος Γρηγοράς (1360) περιγράφει τις καλλονές του Άθω ως εξής: «πανταχόθεν ρει ώσπερ εκ θησαυρών τότε εύπνουν της οσμής και το του άνθους εύχρουν, δένδρεσί τε πολυπληθέσι κομά και λειμώνας ποικίλους πλουτεί και τέρψεως πέπλος έντευθεν υφαίνεται ξένος και συμμιγής, άμα δε και θαλάσση μακρά στεφανούται πολλήν ως εκ κύκλου κομιζούση την χάριν».  Σε χρυσόβουλλο του Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού προς τη Μονή της Λαύρας (περίπου το 1144) αναγνωρίζεται οριστικό και επιβάλλεται επίσημα η ονομασία: «εφεξής το όρος του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων».  Στο κατοπινό έγγραφα διαβάζουμε την πλήρη ονομασία: «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».  Ο ίδιος αυτοκράτορας αποκαλεί το Όρος «το πλέον βασιλικόν και όντως θείον μεταξύ πασών των ορέων».  Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος το ονομάζει «καταφύγιον πασών των αρετών».  Ο Ιωάννης Καντακουζηνός το αποκαλεί «θείαν πολιτείαν» και «πόλιν ούρανιον».  Ο Νικηφόρος Γρηγοράς γράφει για το Άγιον Όρος ότι «εξ υπαρχής η φύσις το ητοίμασεν και το διέθεσεν δια να γίνει σπουδαστήριον, ένθα καλλιεργείται η αρετή».  Ο πατριάρχης Νικόλαος Γ΄ το χαρακτηρίζει ως «Θεού εύρημα προς κατοικίαν αγίων ανθρώπων».  Ο πάπας Ινοκέντιος Γ΄ ονομάζει το Όρος «οίκον του Θεού και πύλην του ουρανού».  Μετά την άλωση, το Άγιον Όρος θεωρήθηκε από όλους «απροσμάχητος της ορθοδοξίας ακρόπολις», «μουσών καταφύγιον και κιβωτός Ιερών παραδόσεων».  Οι καλόγεροι όμως του Αγίου Όρους τη μοναχική πολιτεία του Άθω θεωρούν ανέκαθεν αφιερωμένη στη Μητέρα του Θεού και ονομάζουν το Άγιον Όρος «κλήρον ίδιον της Θεοτόκου» και «περιβόλι της Παναγίας».  Σε αυτό ακριβώς το γεγονός βασίζεται και το άβατο του Αγίου Όρους: «όρος ανεπίβατον τη γυναικεία φύσει».  

Η τράπεζα της Μονής Διονυσίου.  Στην αψίδα είναι η θέση του καθηγουμένου, ενώ σε επιμηκή ξύλινα τραπέζια κάθονται οι μοναχοί.

Οι Πρώτοι Αναχωρητές

            Σύμφωνα με τις μοναχικές παραδόσεις, η Θεοτοκος επισκέφθηκε το Όρος, όταν, πλέοντας για την Κύπρο μαζί με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή για να επισκεφθούν τον Λάζαρο, αναγκάστηκαν εξαιτίας μιας μεγάλης τρικυμίας, από τις συνηθισμένες στη ΒΑ. Πλευρά του Άθω, να προσορμιστούν στη θέση όπου αργότερα ιδρύθηκε η Μονή των Ιβήρων.  Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν άλλοι οικισμοί παρά τα ερείπια ενός ναού του Απόλλωνος.  Η Παναγία, κατά την παράδοση, ενθουσιάστηκε με το μοναδικό τοπίο του Άθω και ζήτησε από τον Γιο της να της δωρίσει τη χερσόνησο.  Τότε η παράδοση αναφέρει ότι ακούστηκε η φωνή του Χριστού, που αφιέρωνε αιώνια τον Άθω στην Παναγία: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σος και περιβόλαιον σον και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι».  Από τότε αφιερώθηκε το Όρος ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγίας».

Κατά τις ίδιες πάντα μοναχικές παραδόσεις, τα παλαιότερα μοναστήρια ιδρύθηκαν στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.  Τα μοναστικά αυτά κέντρα κατέστρεψε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, αλλά τα ανίδρυσαν μεγαλοπρεπέστερα ο Θεοδόσιος ο Μέγας και η Πουλχερία (Γ.Σωτηρίου, Το Άγιον Όρος σ.18,19. Κ. Βλάχου, Η χερσόνησος του Αγίου Όρους σ.13).  Μια άλλη παλαιά αγιορείτικη παράδοση αναφέρει πως ο Μέγας Κωνσταντίνος έδιωξε από τον Άθω τους Τσάκωνες και τους εγκατέστησε στην Πελοπόννησο, για να παραδώσει τον τόπο στους μοναχούς (Π.Ι. Παναγιωτάκου, Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου).  Η παράδοση αυτή ίσως απηχεί μεταγενέστερα γεγονότα, που έχουν σχέση με την εγκατάσταση του στρατιωτικού σώματος των Τσακώνων στην περιοχή της Ανατολικής Λακωνίας, της Μονεμβασίας και του Έλους, που αργότερα ονομάστηκε Τσακωνιά.

Φαίνεται πως η τόση για την εγκατάλειψη των εγκοσμίων και την καταφυγή στην έρημο παρατηρήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα ως αντίδραση, ως μια διαμαρτυρία στη δομή της τότε κοινωνίας.  Η φυγή μεμονωμένων ατόμων και αργότερα, μετά τους διωγμούς, ομάδων χριστιανών δημιούργησε τις πρώτες μοναχικές κοινωνίες σε ερημικά και απροσπέλαστα μέρη, κοντά σε κάποιες πηγές, που αποτελούσαν  μοναδικό στήριγμα στη ζωή των πρώτων αναχωρητών.  Το ιδανικό της μοναχικής ζωής, όπως διαμορφώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, ήταν η παρθενία, η ακτημοσύνη και η υπακοή, μέσα για την πραγμάτωση τους η συνεχής σωματική και ψυχική άσκηση και η αέναη μυστική προσευχή προς τον Θεό.  Με την απόλυτη απομόνωσή του και τη συνεχή προσευχή, ο μοναχός προσπαθεί να σώσει την ψυχή του, αφιερώνοντας ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στον Θεό.

Τίποτε δεν είναι γνωστό με ασφάλεια για τον χρόνο εγκατάστασης των πρώτων αναχωρητών στον Άθω.  Για το θέμα αυτό έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις.  Είναι πάντως γνωστό ότι, μετά την οριστική εγκατάσταση των Αράβων στις επαρχίες της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης, πολλοί αναχωρητές των περιοχών αυτών (της Νιτρίας, της Θηβαΐδας, του Σινά, της Παλαιστίνης και του Καλάτ-Σιμάν) κατέφυγαν σε μέρη ερημικά και απροσπέλαστα της Μικράς Ασίας, λ.χ στον Λάτμο (Λάτρο), τον Σίπηλο ή τον Βιθυνικό Όλυμπο, ο οποίος στα χρόνια κιόλας των Ισαύρων ονομαζόταν Άγιον Όρος.  Φαίνεται όμως πως οι περιοχές αυτές κατοικήθηκαν από ερημίτες ήδη από τον 7ο αιώνα, ίσως στην αρχή από Σιναΐτες μοναχούς (πρβλ. Reallexikon zur Byzantinischen Kunste, J. Draeseke, Vom Dionysios Κloster auf dem Athos, στο Byzantinische Zeitschrift).

Τον 8ο αιώνα ή στις αρχές του 9ου κατά την περίοδο της εικονομαχίας, ιδίως στα χρόνια που εντάθηκαν οι διωγμοί, ίσως κατέφυγαν στον Άθω ομάδες εικονολατρών μοναχών.  Τίποτα όμως δεν είναι βέβαιο. Η πρώτη θετική πληροφορία που μνημονεύει Αθωνίτες μοναχούς υπάρχει στα Πεπραγμένα της Συνόδου κατά της Εικονομαχίας, στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.  Και ο ιστορικός όμως του l0ου αιώνα Ιωσήφ Γενέσιος αναφέρει ότι ασκητές από τον Βιθυνικό Όλυμπο, την Ίδη και τον Άθω πήραν μέρος στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (843) που αναστήλωσε τις εικόνες: «κατίασιν εκ του περιωνύμου Όρους Ολύμπου, Άθω τε και της Ίδης, αλλά μην και του κατά Κυμινάν συμπληρώματος (θεοφόροι άνδρες) περιφανώς την ορθοδοξίαν κηρύττοντες...».  Η μαρτυρία αυτή είναι θετική και μπορεί να στηριχθεί η άποψη ότι στα μέσα του 9ου αιώνα υπήρχαν στον Άθω εξέχοντες αναχωρητές και μοναχοί, που η φήμη τους είχε ξεπεράσει τα όρια του «τόπου της μετανοίας» τους, ώστε να προσκληθούν από τη βασίλισσα να λάβουν μέρος στη σύνοδο που καταδίκασε την εικονομαχία.  Για να έχουν όμως αναδειχθεί ήδη στα μέσα του 9ου αιώνα (843) ασκητές περίφημοι, λόγιοι, διδάσκαλοι, φημισμένοι για την αρετή και την πίστη τους στην Ορθοδοξία, ώστε να τους προσκαλέσουν στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, ακριβώς για να κατακυρώσουν με την αυθεντία και το κύρος τους στα θεολογικά ζητήματα την καταδίκη της εικονομαχίας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αρκετά χρόνια πριν θα ανθούσε ο ασκητισμός εκεί ότι θα είχαν καταφύγει εκεί αρκετοί μοναχοί από πολύ παλαιότερα χρόνια, ώστε να προσελκύσει ο τόπος εξέχοντες μοναχούς να αναδείξει ο Άθως, μεταξύ πολλών, τους αρίστους, που με τον καιρό απέκτησαν φήμη.

Το αρχαιότερο αυτοκρατορικό έγγραφο για τον Άθω είναι ένα σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α' του Μακεδόνα (872), που όμως δεν σώθηκε και που αναφέρεται στον Ιωάννη Κολοβό, τον ιδρυτή της ομώνυμης μονής κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη (στον Πρόβλακα).  Και σε δεύτερο έγγραφο του ίδιου αυτοκράτορα, του έτους 883, διαβάζουμε την πρόνοια του βασιλιά για τους μοναχούς: «αθορύβους και αταράχους διάγειν, εύχεσθαί τε υπέρ της ημών γαληνότητος και υπέρ παντός των χριστιανών συστήματος, όθεν και εξασφαλιζόμεθα πάντας, από τε στρατηγών, βασιλικών ανθρώπων και έως έσχατου ανθρώπου του δουλείαν καταπιστευομένου, ότι δε και ιδιώτας και χωριάτας, και έως του εν τω μύλωνι αλήθοντος, ίνα μη επηρεάση τις τους αυτούς μοναχούς, αλλά μηδέ καθώς εστί του Ερισσού η ενορία, και την έσω προς το του Άθωνος Όρους εισέρχεσθαι τίνας, μήτε ποιμένας μετά των ποιμνίων αυτών μήτε βουκόλους μετά των βουκολίων».

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα υπήρχε μεγάλο πλήθος ερημιτών και σκήτες και μικρά κοινόβια και λαύρες γύρω από τον Ισθμό, τον Πρόβλακα.  Ήδη την εποχή αυτή διαπιστώνουμε πως σε κάποιο σημείο της περιοχής πιθανότατα ανάμεσα στο Ιβηρήτικο μετόχι «Πυργούστα» και την «Κομίτσα», λειτουργούσε ένα μοναστικό διοικητικό κέντρο, πού είναι γνωστό με τον τίτλο «καθέδρα γερόντων», όπου εξασκούσε ένα είδος εποπτείας και διοικήσεως των μοναστικών κοινοτήτων μια ομάδα μοναχών εκπροσώπων των διαφόρων κοινοβίων και των ασκητών, με επικεφαλής τον Πρώτο.  Στη θέση αυτή, τρεις φορές τουλάχιστο τον χρόνο, συνεδρίαζαν οι γέροντες επικεφαλής διαφόρων μοναχικών σχημάτων, για να αποφασίσουν για βασικά προβλήματα της μοναστικής πολιτείας.

Ανάμεσα στις σκήτες και τις μικρές μονές ιδιαίτερη δύναμη είχε αποκτήσει η Μονή Κολοβού κοντά στην Ιερισσό, με την απόσπαση, το 886, χαριστικών σιγιλλίων από τον γιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα, τον Λέοντα ΣΤ΄ τον Σοφό.  Με τα σιγίλλια αυτά οι μοναχοί της Μονής Κολοβού έγιναν κύριοι όχι μόνο του Άθω, άλλα και της περιοχής των Σιδεροκαυσίων και των Χλομουτλών τα μοναστήρια του Μουστάκωνος, του Καρδιογνώστου, του Αθανασίου και του Λουκά προσαρτήθηκαν επίσης στη Μονή Κολοβού, στην οποία υπαγόταν ακόμη και η Γερόντων Καθέδρα.  Τον ίδιο χρόνο όμως κατόρθωσαν oι Αθωνίτες μοναχοί να επανορθώσουν την αδικία και να λάβουν νέο διορθωτικό σιγίλλιο από τον αυτοκράτορα, που ακύρωνε τα προηγούμενα που αποσπάστηκαν «κατά πανουργίαν».

Η ιστορία έχει διασώσει δύο μεγάλα ονόματα του πρώιμου μοναχικού βίου στον Άθω.  Ο πρώτος είναι ο Πέτρος ο Αθωνίτης και ο δεύτερος ο Ευθύμιος Θεσσαλονίκης.  Βιογραφία του Πέτρου του Αθωνίτη έγραψαν ο Νικόλαος Σιναΐτης και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς.  Από τον βίο του οσίου Πέτρου μαθαίνουμε ότι, εκτός από τα άλλα μοναστήρια που μνημονεύσαμε, υπήρχε και η Μονή Κλήμεντος, από τις αρχές τουλάχιστον του 9ου αιώνα.  Ο Όσιος Πέτρος ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε στα αυτοκρατορικά τάγματα των Σχολαρίων.  Αίχμαλωτίστηκε όμως από τους Άραβες και οδηγήθηκε στο φρούριο της Σαμάρα, στη Μεσοποταμία, από όπου ύστερα από περιπέτειες κατόρθωσε να ελευθερωθεί.  Μοναχός εκάρη στη Ρώμη, αλλά γρήγορα κατέφυγε σε απροσπέλαστες τοποθεσίες του Άθω, όπου εμόνασε 53 χρόνια έχοντας για τροφή άγρια χόρτα, χωρίς να συναντήσει άνθρωπο μέχρι λίγο πριν από τον θάνατο του.  Η δεύτερη φυσιογνωμία του αθωνίτικου ασκητισμού είναι ο Άγιος Ευθύμιος «ο εν Θεσσαλονίκη», που καταγόταν από τα μέρη της Άγκυρας (γεννήθηκε το 823).  Όταν καταστράφηκε η μονή της ασκήσεως του στον Όλυμπο της Μυσίας, στα χρόνια του Σχίσματος, κατέφυγε στον Άθω (859).   Εκεί έζησε τρία χρόνια ως ερημίτης μέχρι το 862, οπότε τον βλέπούμε να ιδρύει λαύρα.  Οι πειρατικές επιδρομές όμως των Σαρακηνών, που είχαν ορμητήριο την Κρήτη, ήταν μια φοβερή μάστιγα για τους ασκητές, που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τη χερσόνησο του Άθω και να καταφύγουν στο εσωτερικό της Χαλκιδικής, στη Βρασταμού.  Εκεί ο Ευθύμιος ίδρυσε μια καινούργια λαύρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Ευθυμίου ήταν και ο Ιωάννης Κολοβός, που είδαμε ότι ίδρυσε τη λαύρα κοντά στην Ιερισσό, στη διώρυγα του Ξέρξη (869-873).  Η παράδοση θεωρεί ότι και η ερειπωμένη σήμερα Μονή του Αγίου Βασιλείου, που βρίσκεται στην παραλία της Μονής Χελανδαρίου, σε μικρή απόσταση ΒΑ του Αρσανά, πλάι στο νεκροταφείο της αρχαίας Χρυσής, ανιδρύθηκε από τον Άγιο Βασίλειο, έναν άλλο μαθητή του οσίου Ευθυμίου, επίσης τον 9ο αιώνα.

Σε σιγίλλιο του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού βλέπουμε ότι η έδρα του Πρώτου, η «Καθέδρα των Γερόντων», κοντά  στη διώρυγα (ή δίολκο) του Ξέρξη, ονομάζεται ήδη το 911 «Παλαιά».  Είχε συνεπώς μεταφερθεί στη νέα της θέση, στο κέντρο της χερσονήσου, στη «Μέση», όπως ονόμαζαν τότε τις Καρυές.  Αυτό σημαίνει ότι στις αρχές του l0ου αιώνα ο μοναχισμός είχε απλωθεί σε όλο τον Άθω και δεν εξυπηρετούσε τους μοναχούς και τους ασκητές ή παλιά θέση του Πρώτου στη διώρυγα, κοντά στην Ιερισσό, που εξυπηρετούσε αρχικά το εκεί γύρω συγκεντρωμένα παλαιά κοινόβια και λαύρες.  Στη Μέση κατοικούσε αρχικό μόνον ο Πρώτος, που τον εξέλεγαν οι μοναχοί όλων των μοναστηριών, και αυτός διοικούσε πνευματικά τον τόπο.  Τρεις φορές τον χρόνο (τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου), συνέρχονταν εκεί oι αντιπρόσωποι των μοναστηριών στην εκκλησία της καθέδρας του Πρώτου, το περίφημο «Πρωτάτον».  Ο Πρώτος του Όρους είχε εξουσία εκκλησιαστική και δικαίωμα να φοράει πολυσταύριο φελόνι, όπως οι αρχιερείς.  Είχε δικαίωμα επίσης να μετέχει στις συνόδους και τις συνελεύσεις των πατριαρχών, να χειροτονεί υποδιακόνους και αναγνώστες και να αποκαθιστά ηγουμένους και πνευματικούς στα μοναστήρια του Όρους.  

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης  
Και η Ίδρυση της Μονής της Μεγίστης Λαύρας
και της Μονής των Ιβήρων

Αναμφισβήτητα ο πραγματικός διοργανωτής των μοναστικών κοινοβίων στον Άθω υπήρξε ο Όσιος Αθανάσιος.  Με μελανά χρώματα περιγράφεται στον βίο του ή κατάσταση των ασκητών στο Άγιον Όρος, όταν έφθασε εκεί ο όσιος.  Δεν ασχολούνταν οι μοναχοί με την καλλιέργεια της γης, ούτε είχαν αχθοφόρα ζώα αλλά «καλύβας εκ μικρών πηξάμενοι ξύλων και οροφήν αυταίς εκ χόρτων συμφορηθείσαν επισχεδιάσαντες...».  Μοναδική τροφή των ασκητών ήταν οι άγριοι καρποί των δέντρων.  Ο Αθανάσιος όμως πίστευε ότι μέσα στους διαρκείς κινδύνους από τους Σαρακηνούς πειρατές του Χάνδακα και την ανασφάλεια, που αισθάνονταν oι αναχωρητές στους υποτυπώδεις οικισμούς τους μέσα σε ψαθοκαλύβες, δεν ήταν δυνατό να μεθοδευτεί η σκληρή συστηματική άσκηση των κοινοβίων της Ανατολής, την οποία είχε ο ίδιος διδαχθεί από τον πνευματικό του πατέρα Μιχαήλ Μαλέινο στο όρος του Κυμινά της Βιθυνίας.  

Ο Όσιος Αθανάσιος, κατά κόσμον Αβραάμιος, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα από εύπορους γονείς.  Όταν γεννήθηκε είχε πεθάνει ο πατέρας του και γρήγορα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του.  Την ανατροφή του ανέλαβε μια συγγενής της μητέρας του.  Ο Αβραάμιος προοριζόταν για το διδασκαλικό στάδιο.  Όταν όμως, σε μια επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη, ο Βυζαντινός στρατηγός Ζεφινεζέρ τον παρουσίασε στον φημισμένο για τις αρετές του ηγούμενο της Μονής του Κυμινά Μιχαήλ Μαλέινο, ο Αβραάμιος αισθάνθηκε πως ο προορισμός του ήταν άλλος.  Τότε συναντήθηκε για πρώτη φορά και με τον ανιψιό του Μιχαήλ, τον στρατηγό των Ανατολικών Νικηφόρο Φώκα (Ρ. Lemerle, La vie ancienne de S. Athanase l'Athonite, composee du debut du Χle siecle par Athanase de Lavra, Le Millenaire du Mont Athos).  Ο Μιχαήλ Μαλέινος είχε γεννηθεί τo 894 και είχε καρεί μοναχός το 912.  Τη Μονή του Κυμινά, στα βουνά της Βιθυνίας, είχε ιδρύσει το 925 (L. Petit, Vie et office de Michel de Maleinote, Bibliotheque Hagiographique orientale 1903). Ο Αβραάμιος ακολούθησε τον Μιχαήλ Μαλέινο στο όρος του Κυμινά, όπου και έλαβε το μοναχικό σχήμα με το όνομα Αθανάσιος.  Μέσα στα τέσσερα χρόνια της παραμονής του στα βουνά της Βιθυνίας φθάνει στην κορυφή της μοναχικής άσκησης «προς το μέγα της ησυχίας στάδιον» και καταφεύγει τελικά «εν ιδιαζοντί τίνι και ησυχαστικώ τόπω», όχι μακριά από τη Μονή Κυκλησή.  Την εποχή αυτή επισκέπτεται τον θείο του Μιχαήλ ο στρατηγός των Ανατολικών Νικηφόρος Φωκάς, μαζί με τον αδελφό του μάγιστρο Λέοντα, που αργότερα έλαβε τον τίτλο του «κουροπαλάτη».  H ομολογία του Μιχαήλ Μαλέινου, σύμφωνα με την οποία έδωσε στον Αθανάσιο «την της χάριτος διαδοχήν», έχει προκαλέσει διαταραχή (ανάμεσα στους μοναχούς, στη σκήτη της μετανοίας του.  Ο Αθανάσιος φεύγει για το Όρος, όπου ασκητεύει άγνωστος και μόνος.  Εκεί πληροφορείται ότι ο μάγιστρος Λέων έχει λάβει τον τίτλο του «Μαγίστρου των Σχολών της Δύσεως».  Φοβάται μήπως αποκαλυφθεί, γι' αύτο αλλάζει όνομα από Αθανάσιος σε Βαρνάβας και πηγαίνει να κρυφτεί στην περιοχή του Ζυγού, κοντά σε γέροντα ασκητή, προσποιούμενος τον αγράμματο δόκιμο.  Ο Νικηφορος Φωκάς, που στο μεταξύ έχει πάρει «την αρχήν απάσης Ανατολής», προσπαθεί να ανακαλύψει τον Αθανάσιο.  Υποπτεύεται ότι κρύβεται στον Άθω και γράφει στον «Κριτή του Θέματος της Θεσσαλονίκης».  Αυτός, με τη σειρά του, απευθύνεται στον Πρώτο του Αγίου Όρους Στέφανο, ο οποίος, ύστερα από περιπέτειες, ανακαλύπτει τον Αθανάσιο-Βαρνάβα κατά την ετήσια σύναξη στο Πρωτάτο.

Ο μάγιστρος Λέων Φωκάς, μετά τη νίκη του εναντίον των Σκυθών νομάδων (Ούγγρων), το 958/959, πηγαίνει στον Άθω για να συναντήσει τον Αθανάσιο.  Οι Αθωνίτες, που έχουν πληροφορηθεί πια για την πνευματική προσωπικότητα του Αθανασίου, αρχίζουν να συγκεντρώνονται γύρω του.  Ο Αθανάσιος καταφεύγει στην άκρη του Άθω, στο ακρωτήριο Μελανά.  Δεν έχει περάσει ένας χρόνος και φθάνει μήνυμα του στρατηγού Νικηφόρου Φωκά από την Κρήτη, όπου είχε εκστρατεύσει για να καταστρέψει το ορμητήριο των Αγαρηνών πειρατών.  Οι Αθωνίτες συμβουλεύουν έντονα τον Αθανάσιο να βοηθήσει τον Νικηφόρο Φωκά και να φροντίσει για την απελευθέρωση τόσων αιχμαλώτων συνασκητών τους.  Όταν φθάνει στην Κρήτη ο Αθανάσιος, οι Σαρακηνοί έχουν στο μεταξύ νικηθεί από τον ένδοξο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.  Κατά το ετήσιο διάστημα της παραμονής του στο νησί, ο Νικηφόρος επαναλαμβάνει στον Αθανάσιο την επιθυμία του να μονάσει, και το παραχωρεί κάθε διευκόλυνση για να ιδρύσει ένα κατάλληλο προς της μοναχικές του πεποιθήσεις κοινόβιο.

Ο Αθανάσιος αρχίζει με μεγάλους κόπους την ανίδρυση του μοναστηρίου της Λαύρας, του τόπου της μετάνοιας του Νικηφόρου, το 961, τον χρόνο που κοιμήθηκε ο πνευματικός του πατέρας, ο μεγάλος ασκητής Μιχαήλ Μαλέινος.  Στις 16 Αυγούστου 963 ο Νικηφόρος Φωκάς στέφεται αυτοκράτορας.  Ο Αθανάσιος εγκαταλείπει την ανίδρυση της Λαύρας και φεύγει για την Κύπρο.  Οι ικεσίες του αυτοκράτορα, η ανανέωση της ομολογίας του για την αμετάθετη απόφαση του να μονάσει και μια γενναία οικονομική βοήθεια τον πείθουν να επιστρέψει και να συνεχίσει το έργο του.  Χτίζει λοιπόν γύρω από το καθολικό κελιά, μαγειρίο, τράπεζα, νοσοκομεία, ξενώνες, υδραγωγείο, μύλο.  Από παντού έρχονται μοναχοί για να επανδρώσουν τη μεγάλη μονή που χτίζει ο Αθανάσιος, με επιχορήγηση του αυτοκράτορα, ο οποίος θα είναι αύριο συμμοναστής τους.  Στο τυπικό της ανίδρυσης της Λαύρας ο Αθανάσιος περιγράφει τους αγώνες του για να εξημερώσει τον άγριο τόπο: «όσους δε κόπους και συντριβάς πεπόνθαμεν και πειρασμούς και ταλαιπωρίας υπομεμενήκαμεν και δόσεις εξόδων καταβεβλήμεθα εις τε λατομίας και κατορύξεις και χωμάτων και λίθων εκφόρησιν και φυτών και θάμνων και δένδρων εκτομήν και έκσπασιν, προς το δείμασθαι τον άγιον της υπεραγίας Θεοτόκου ναού, την τε της Λαύρας άπασαν κατασκήνωσιν...».

Ο θάνατος του Νικηφόρου Φωκά (11.12.969) δίνει την ευκαιρία στους εχθρούς του Αθανασίου, που σκανδαλίστηκαν από την οικοδομική του δραστηριότητα, να τον κατηγορήσουν στον νέο αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή πως αλλοιώνει τον χαρακτήρα του Όρους: «οικοδομάς γαρ ανήγειρε πολυτελείς και πύργους και λιμένας ενήργησεν, επιρροάς τε υδάτων κατήγαγε και ζεύγη βοών ωνήσατο και εις κόσμον ήδη το Όρος μετεποίησεν, αγρούς και καρπούς γεννήματος εποίησεν... ότι τε τους αρχαίους νόμους παρακινεί και μεταποιείται τα παλαιά έθη και όρους».  Και μόνο από το περιεχόμενο της κατηγορίας διαβλέπει κανείς τις τάσεις που υπήρχαν πάντα στο Όρος.  Από τη μια μεριά ο ανοργάνωτος ασκητισμός, ο αναχωρητισμός, με επικεφαλής τον περίφημο Παύλο τον Ξηροποταμηνό, και από την άλλη οι προϋποθέσεις για ένα οργονωμένο και πειθαρχημένο κοινοβιακό σύστημα.

Ο αυτοκράτορας στέλνει στο Όρος τον ηγούμενο της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Στουδίου Ευθύμιο, ο οποίος συγκεντρώνει στον ναό του Πρωτάτου τους ηγούμενους και βάζει τις βάσεις ενός νέου τυπικού (971 ή 972) που κυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο, του περίφημου Τράγου.  Η περγαμηνή αυτή, που έχει κατασκευαστεί από δέρμα τράγου και φυλάσσεται στα αρχεία της Ιεράς Κοινότητος στις Καρυές, έχει διαστάσεις 0,3165 ´ 0,485 και είναι το παλαιότερο έγγραφο που σώζεται με αυτοκρατορική υπογραφή.  Ο Αθανάσιος στηρίχθηκε στους κανόνες του Θεοδώρου του Στουδίτη και συνέταξε το τυπικό της Λαύρας, πού υπήρξε κατόπιν το υπόδειγμα της διοργανώσεως και των άλλων μονών («του οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και ομολογητού Θεοδώρου, ηγουμένου του Στουδίου».  Ο Άγιος Αθανάσιος συμπλήρωσε το «τυπικόν» με τη «διατύπωσιν» και την «υποτύπωσιν», όπου καθορίζονται οι λειτουργίες, τα γεύματα και κάθε λεπτομέρεια λειτουργίας του κοινοβίου.

Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε προικίσει τη Μονή της Λαύρας με μέρος από τις κρατικές προσόδους και της είχε δωρήσει πολλά μετόχια, άγια λείψανα και έργα τέχνης.  Μετά τη δολοφονία όμως του αυτοκράτορα από τους ανθρώπους του Ιωάννη Τσιμισκή, ο Αθανάσιος δεν θέλησε πια να ξαναπάει στην Κωνσταντινούπολη, μπόρεσε όμως να εξασφαλίσει προστασία για τη Λαύρα του, στέλνοντας τον μαθητή του Ιωάννη τον Ίβηρα στον πατριώτη του νέο αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.  Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να διπλασιάσει τα εισοδήματα του μοναστηριού και να αποκτήσει αργότερα πολλά κτήματα στη Χαλκιδική και στον Άθω από τον Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο.  Tα κτήματα της μονής πολλαπλασιάστηκαν κατά τους επόμενους αιώνες είτε με αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, είτε με αφιερωτήρια ιδιωτών.

Η ίδρυση και λειτουργία της Λαύρας αποτελεί σταθμό, γιατί από τότε τα ψαθοκάλυβα των αναχωρητών αντικαθιστούν οι «ευκτήριοι οίκοι».  Ο όσιος Αθανάσιος επέβλεπε προσωπικά κάθε λεπτομέρεια οργανωτική της μονής και παρακολουθούσε κάθε οικοδομική δραστηριότητα.  Η υπερβολική κόπωση υπήρξε μοιραία για τη ζωή του.  Ανεβασμένος «επί της τεκτονικής κλίμακος» για να παρακολουθήσει την πρόοδο των εργασιών ανοικοδομήσεως του καθολικού, έπεσε μαζί με τους μαΐστορες και «εκοιμήθη» στις 5 Ιουλίου του 1000 ή 1001.  

Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ιδρυτής της μοναχικής πολιτείας του Αγίου Όρους.Ιδρυτής της Μονής των Ιβήρων ήταν ο Ιωάννης Τορνίκιος, μαθητής του οσίου Αθανασίου, και ο γιος του Ευθύμιος.  Αυτόν τον αναχωρητή του Άθω, που εμόναζε κοντά στη Λαύρα του Αθανασίου, παλαιό στρατηγό, χρησιμοποιεί ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ σε στιγμές μεγάλης αγωνίας ως απεσταλμένο του για να ζητήσει βοήθεια από τον βασιλιά της Ιβηρίας Δαβίδ.  Πραγματικά, ο Τορνίκιος κατορθώνει να πείσει τον βασιλιά της Ιβηρίας και επιστρέφει με ένα ισχυρό ιππικό, που κρίνει αποφασιστικά την τύχη της βασιλείας του κατά την περίφημη μάχη της Παγκάλειας, κοντά στο Αμόριο της Φρυγίας.  Στις 24 Μαΐου του 979 κατανικήθηκε ο φοβερός επαναστάτης Βάρδας Σκληρός, και ο Ιωάννης Τορνίκιος, ως επινίκια για την αποφασιστική συμβολή του, δέχθηκε πλούσια δώρα από τα λάφυρα του στρατοπέδου του Σκληρού.  Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ όμως θέλησε να βοηθήσει ακόμη πιο πλουσιοπάροχα τον πιστό του Ίβηρα στρατηγό, τον μαθητή του οσίου Αθανασίου, και του παραχώρησε τον έπομενο χρόνο, το 980, με χρυσόβουλλο, την παλαιά Μονή Λεοντίου (τη μετέπειτα Προδρόμου) στη Θεσσαλονίκη, τη Μονή Ιωάννη Κολοβού, κοντά στην Ιερισσό και την παλαιά Λαύρα του Κλήμεντος, στον Άθω.  Ακριβώς στη Λαύρα του Κλήμεντος έχτισε ο Ιωάννης την Ιερά Μονή των Ιβήρων κατά το πρότυπο του πνευματικού του πατέρα οσίου Αθανασίου, που με τις παροχές του προστάτη του, αείμνηστου αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά ανίδρυσε τη δική του Λαύρα.  Στη Μονή των Ιβήρων μετά τον θάνατό του ηγούμενος εκλέχθηκε ο γιος του Ευθύμιος, τον οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε ο ανιψιός του Γεώργιος Βαραζβασδέ.  Η βοήθεια του στρατηγού-μοναχού Ιωάννη Τορνίκιου ήταν αποφασιστική για τη νίκη του Βασιλείου εναντίον του ισχυρού Βάρδα Σκληρού.  Η νίκη αυτή ουσιαστικά έδωσε τη δυνατότητα στον Βασίλειο Β΄ να στραφεί εναντίον του άλλου αποστάτη, του Σαμουήλ, που στο μεταξύ είχε επεκτείνει υπερβολικά τα όρια του πρόσκαιρου βασιλείου του απειλώντας και αυτή τη Βασιλεύουσα.  Ο αγώνας του Βασιλείου υπήρξε σκληρότατος και μακροχρόνιος.  Μοναχός, ύστερα από 30 χρόνια συνεχών πολέμων, κατόρθωσε να καταστείλει τη φοβερή ανταρσία των Βλάχων και να κατανικήσει τον Σαμουήλ, επιβάλλοντας σκληρές τιμωρίες στους επαναστάτες, που του έδωσαν στην ιστορία το επίθετο «Βουλγαροκτόνος».   Έτσι, σε δύο μεγάλες νίκες των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου εναντίον των εχθρών του κράτους, του Νικηφόρου Φωκά εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης και του Βασιλείου Β΄ εναντίον του Βάρδα Σκληρού, οφείλεται η ανίδρυση δυο από τις αρχαιότερες μονές του Αγίου Όρους, της Μεγίστης Λαύρας και της Μονής των Ιβήρων.

[Ν.Κ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Αρχείο ΠΑΠΥΡΟΣ]

 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΡΧΩΝ ΜΟΝΩΝ

Βυζαντινό Μέλος


Επιστροφή